Γιάννης Παπαθανασίου

Φωτογραφίες

logo facebook

Newsletter


Εγγραφείτε στο Newsletter για να ενημερώνεστε για τη δράση μου. 

Ομιλία σε συνέδριο της εφημερίδας "Απογευματινή" με θέμα "Τράπεζες και Οικονομία"

Κυρίες και κύριοι,

 

Ευχαριστώ τους διοργανωτές για την πρόσκληση και όλους εσάς για τη συμμετοχή σας. Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου έχουν ακουσθεί πολλές και ενδιαφέρουσες απόψεις. Απόψεις ιδιαίτερα χρήσιμες για την άσκηση κυβερνητικής πολιτικής.

Εύχομαι και ελπίζω η κυβέρνηση να έχει ανοικτά αυτιά.

 

Κυρίες και κύριοι:

 

Η ρευστότητα που είναι το θέμα του συνεδρίου σας εξαρτάται αυτήν την περίοδο κυρίως από το κράτος, δηλαδή από το πόσο εύκολα ή δύσκολα, και με ποιο κόστος, δανείζεται το Δημόσιο από τις διεθνείς αγορές. Αυτοί οι παράγοντες καθορίζουν και το κόστος των τραπεζών, που σημαίνει ότι αργά ή γρήγορα η αύξηση του κόστους δανεισμού του Δημοσίου θα φανεί στα επιτόκια χορηγήσεων.

 

Η εξασφάλιση ρευστότητας είναι το πιο άμεσο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι περισσότερες χώρες του κόσμου. Το βαθύτερο, το πιο ουσιαστικό πρόβλημα είναι βέβαια τα δημόσια ελλείμματα και το χρέος. Ελλείμματα που διευρύνθηκαν τα τελευταία χρόνια, καθώς οι κυβερνήσεις εφήρμοσαν πολιτικές τόνωσης της ζήτησης για να περιορίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης. Αυτό έγινε στο εξωτερικό, αυτό κάναμε κι εμείς όταν ήμασταν κυβέρνηση, στο βαθμό που μας επέτρεπε το ήδη τεράστιο δημόσιο χρέος.

 

Όμως αυτή τη στιγμή το άμεσο πρόβλημα είναι η αναχρηματοδότηση του χρέους. Πρέπει να βρούμε χρήματα από τη διεθνή κεφαλαιαγορά για να πληρώσουμε τόκους και χρεολύσια και για να χρηματοδοτήσουμε τις δαπάνες του Δημοσίου. Στις εποχές που το χρήμα ήταν φθηνό και άφθονο η κάλυψη των δανειακών αναγκών του Δημοσίου δεν αποτελούσε καν ζήτημα. Ήταν δεδομένο ότι η Ελλάδα, όχι μόνο θα βρει χρήματα να δανειστεί, αλλά και ότι δανειζόταν με χαμηλά επιτόκια, με ασπίδα το ευρώ που προστάτευε την οικονομία από τον κίνδυνο διολίσθησης, που θα αύξανε το πραγματικό κόστος των δανείων. Τώρα η Ελλάδα δανείζεται ακριβά. Αρκεί μόνο να υπενθυμίσω, ότι η τελευταία έκδοση πενταετών ομολόγων καλύφθηκε με επιτόκιο 6,2 %, που είναι υψηλότερο ακόμη και από τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων που έχουν πάρει ενδεχομένως αρκετοί από το ακροατήριο.

 

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι το Δημόσιο δανείζεται με επαχθείς όρους. Είναι, δυστυχώς, ότι τίθεται το ερώτημα αν την επόμενη φορά θα βρούμε να δανειστούμε. Η απάντηση για όλους μας είναι αυτονόητη. Η Ελλάδα θα εξασφαλίσει τα απαιτούμενα κεφάλαια. Όμως τα ερωτήματα τίθενται από τη διεθνή αγορά, δηλαδή από τους δανειστές μας οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να θέλουν να μας δανείσουν με υψηλά επιτόκια που έφθασαν 400 και πλέον μονάδες βάσης πάνω από τα αντίστοιχα γερμανικά.

 

Το ζήτημα τώρα είναι πώς θα πείσουμε τις αγορές ότι η Ελλάδα δεν είναι χώρα υψηλού κινδύνου, ώστε να πέσει το περίφημο spread και τα επιτόκια δανεισμού να επανέλθουν σε επίπεδα που δεν θέτουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Γιατί αντιλαμβάνεστε, ότι η χώρα δεν μπορεί να αντέξει να δανείζεται με επιτόκιο 6 %. Αυτή τη στιγμή δανειζόμαστε με το υψηλότερο επιτόκιο από την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ. Και αυτό αποτελεί από μόνο του ένα πρόσθετο και σημαντικό βάρος για το σύνολο της πραγματικής οικονομίας. Ένα βάρος ικανό να αποθαρρύνει νέες επενδύσεις, να οδηγήσει επιχειρήσεις στη συρρίκνωση και στην πτώχευση, να παρατείνει την διάρκεια της ύφεσης και να οδηγήσει την ανεργία σε πολύ υψηλότερα επίπεδα.

 

Το ύψος του ελλείμματος και του χρέους είναι ασφαλώς αρνητικός παράγοντας και γι αυτό έχουν ευθύνες όλες οι κυβερνήσεις. Όμως όπως προανέφερα η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική χώρα με τέτοια προβλήματα. Συχνά ξεχνάμε, ηθελημένα ή αθέλητα, ότι βρισκόμαστε σε περίοδο διεθνούς κρίσης. Το 2009, ακόμη και με τα φουσκωμένα νούμερα που παρουσίασε η κυβέρνηση, και τα οποία εμείς δεν αποδεχόμαστε, το έλλειμμα σε σχέση με το 2008 αυξήθηκε κατά 5 μονάδες. Την ίδια περίοδο στη Φινλανδία αυξήθηκε κατά 7,3 μονάδες, στην Ισπανία και τη Μεγάλη Βρετανία 7,1 μονάδες, στην Ολλανδία και τη Δανία 5,4 μονάδες, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία 5,3 μονάδες και σε άλλες 9 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ 4 και 5 μονάδες. Και γι αυτά η Νέα Δημοκρατία φταίει; Στο Ντουμπάι που έκανε στάση πληρωμών και στις ΗΠΑ που το έλλειμμα έφτασε στις 11,3 μονάδες η Νέα Δημοκρατία και ο Καραμανλής ήταν κυβέρνηση;

 

Η πραγματικότητα είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση, αντί να εξαντλήσει κάθε προσπάθεια να περιορίσει το έλλειμμα, έκανε ό, τι μπορούσε για να το φουσκώσει με στόχο να πλήξει εμάς και να διευκολύνει την προσπάθεια μείωσης του ελλείμματος το 2010. Ήθελαν να χτυπήσουν τη Νέα Δημοκρατία και τελικά έκαναν ζημιά στη χώρα και τον ίδιο τους τον εαυτό, γιατί δεν υπολόγισαν την αντίδραση των αγορών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Δεν άκουσαν, όπως έχει λεχθεί εύστοχα, ούτε τους εχθρούς, ούτε τους φίλους τους. Και τώρα πληρώνουμε όλοι το κόστος με την αύξηση του spread και τον περιορισμό της ρευστότητας.

 

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η σημερινή κυβέρνηση φταίει για την επιδείνωση της κρίσης, που έφερε στην επιφάνεια τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας. Η κυβέρνηση όμως ευθύνεται για την ερασιτεχνική διαχείριση της κρίσης, βαρύνεται για την έλλειψη προετοιμασίας και για τις υποσχέσεις που έδωσε πριν τις εκλογές, γνωρίζοντας ότι θα ήταν αδύνατο να υλοποιηθούν. Οι εξελίξεις πάντως δικαιώνουν την υπεύθυνη στάση της Νέας Δημοκρατίας. Προεκλογικά είπαμε στον ελληνικό λαό την αλήθεια και παρουσιάσαμε τα σκληρά αλλά αναγκαία μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να βγούμε από το αδιέξοδο. Και τώρα ως Αντιπολίτευση τηρούμε την ίδια υπεύθυνη στάση. Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Αντώνης Σαμαράς και όλοι εμείς έχουμε δηλώσει, και το εννοούμε, ότι θα στηρίξουμε την κυβέρνηση για να αντιμετωπίσουμε όλοι μαζί αυτή τη δύσκολη στιγμή. Η οικονομία είναι εθνικό θέμα. Η μικροκομματική αντιπαράθεση μόνο ζημιά κάνει και δεν πρόκειται να διολισθήσουμε σε τέτοιου είδους τακτικές. Η ευθύνη όμως ανήκει στην κυβέρνηση να προχωρήσει επιτέλους στη λήψη μέτρων.

 

Κυρίες και κύριοι

 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι αγορές λειτουργούν προεξοφλητικά. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση του spread υποδηλώνει ότι μια μεγάλη μερίδα ξένων χρηματοοικονομικών οίκων, οίκων αξιολόγησης, τραπεζών δεν πιστεύουν ότι η κυβέρνηση θέλει και μπορεί να εφαρμόσει μέτρα μείωσης του ελλείμματος. Και, δυστυχώς, η κυβέρνηση τους έχει δώσει επιχειρήματα να το υποστηρίζουν αυτό.

 

Κατ αρχήν έχουν περάσει τέσσερις μήνες από τις εκλογές και δεν έχουν ληφθεί μέτρα. Δεν έχουμε δει αποφάσεις. Και όσο καθυστερούμε τόσο πιο επώδυνα θα είναι τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Διαβάζουμε σχέδια, διαρροές και συχνές συνεντεύξεις των αρμόδιων υπουργών, περισσότερες ίσως από όσες θα έπρεπε.

 

Έχουμε επίσης πολλές παλινωδίες, αστοχίες και λάθη. Τη μια μέρα ο υπουργός Οικονομικών εξαγγέλει πάγωμα των μισθών άνω των 2000 ευρώ, την άλλη παίρνει πίσω την εξαγγελία ύστερα από παρέμβαση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου, Χρήστου Παπουτσή. Προεκλογικά έλεγαν ότι θα ακυρώσουν τις συμφωνίες για τον ΟΤΕ και την Ολυμπιακή, τώρα λένε τα αντίθετα. Στον ΟΛΠ υπόσχονταν ακύρωση της συμφωνίας και τώρα πληρώνουν μερικές δεκάδες εκατομμύρια στους ναυτεργάτες για να διασφαλίσουν την εφαρμογή της. Διαρρέουν ότι θα επιβληθεί πόθεν έσχες στις καταθέσεις με αποτέλεσμα να αιμορραγεί το τραπεζικό σύστημα. Στελέχη του ΠΑΣΟΚ δηλώνουν ότι ο λαός δεν ψήφισε τον Τρισέ ή τον Αλμούνια για πρωθυπουργό, την ώρα που η κυβέρνηση προσβλέπει αναγκαστικά στη στήριξη της Κομισιόν και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για να πείσει τις αγορές. Ο κ.Παπακωνσταντίνου λέει πως θα εφαρμοστούν όποια μέτρα χρειάζονται για να επιτευχθούν οι στόχοι του προϋπολογισμού, ο κ. Πάγκαλος δηλώνει ότι δεν υπάρχει σχέδιο «Β». Το υπουργείο Οικονομικών ανακοινώνει επίσκεψη στην Κίνα για να διατεθούν ομόλογα, αναγκάζεται μετά να διευκρινίσει για να μετριάσει τις αρνητικές εντυπώσεις ότι δεν υπάρχει συμφωνία με τους Κινέζους. Η υπουργός Οικονομίας αναγγέλλει αύξηση του ΦΠΑ και την διαψεύδει ο υπουργός Οικονομικών. Η ίδια καταθέτει νομοσχέδιο για την ενίσχυση της ρευστότητας προκαλώντας την αποδοκιμασία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

 

Σπεύδω να διευκρινίσω, επειδή και η Νέα Δημοκρατία ψήφισε το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, ότι κανείς δεν αρνείται πως χρειάζονται ρυθμίσεις προστασίας των δανειοληπτών. Άλλωστε κι εμείς πήραμε ανάλογα μέτρα. Όμως υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο η προστασία των κακοπληρωτών οδηγεί τελικά σε μείωση της ρευστότητας, γιατί οι τράπεζες γίνονται ακόμη πιο επιφυλακτικές στην έγκριση νέων δανείων, όταν γνωρίζουν ότι ο δανειολήπτης μπορεί να μην εξοφλήσει το δάνειό του χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες. Σε κάθε περίπτωση, την ώρα που γίνεται ανοιχτή διαβούλευση με όλο τον κόσμο δεν θα έβλαπτε να γίνει διαβούλευση και με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

 

Διαβούλευση που έχει μετατραπεί σε άλλοθι για καθυστερήσεις, ενώ έπρεπε ήδη να έχουν ληφθεί μέτρα. Δεν έχουμε πλέον αυτήν την πολυτέλεια. Οι αγορές, είτε για λόγους κερδοσκοπίας, είτε επειδή κάποιοι πιστεύουν ότι δεν θα τα καταφέρουμε, πιέζουν ασφυκτικά. Το κόστος της αύξησης του spread το πληρώνουν φορολογούμενοι, επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Όπως γνωρίζετε οι τόκοι για τα 8 δις. ευρώ που δανειστήκαμε τον Ιανουάριο θα φθάσουν στην πενταετία στα 2,5 δις. ευρώ. Τα χρήματα αυτά θα τα πληρώσουν αργά ή γρήγορα οι φορολογούμενοι. Ταυτόχρονα η αύξηση του κόστους δανεισμού του Δημοσίου ανεβάζει το αντίστοιχο κόστος των τραπεζών με αρνητικές επιπτώσεις στα επιτόκια των επιχειρηματικών, στεγαστικών, καταναλωτικών δανείων.

 

Η κυβέρνηση, όπως επισημαίνουν άλλωστε και οι διεθνείς οργανισμοί, θα πρέπει να ρίξει περισσότερο βάρος στη μείωση των δαπανών. Αν υπάρξει βαθιά και παρατεταμένη ύφεση το κράτος δεν θα εισπράξει τους φόρους που έχει γράψει στον προϋπολογισμό και το Πρόγραμμα Σταθερότητας. Δεν υπάρχει πλέον ούτε αυτή η πολυτέλεια, να μην επιτευχθούν οι στόχοι που έχουν τεθεί.

 

Μαζί με τα δραστικά μέτρα περικοπής των δαπανών του Δημοσίου πρέπει να εξαντληθούν τα όποια περιθώρια στήριξης της πραγματικής οικονομίας. Υπάρχει ανάγκη για στοχευμένα μέτρα – όπως εκείνα που εφαρμόσθηκαν επί κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, για την οικοδομή, τις εξαγωγές, τον κλάδο αυτοκινήτου – αλλά και για προγράμματα γενικής εφαρμογής και τόνωσης της ρευστότητας των επιχειρήσεων, όπως η εγγύηση του Δημοσίου για δανειοδότηση επιχειρήσεων, με ποσά που μπορούν να φθάνουν μέχρι το σύνολο της δαπάνης μισθοδοσίας και ασφαλιστικών εισφορών, με προϋπόθεση να μην γίνουν απολύσεις. Χρειάζονται βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές, ιδίως για την πάταξη της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς καθώς και στους κλάδους της ενέργειας και των μεταφορών ώστε να κινηθεί και πάλι η πραγματική οικονομία.

 

Πάνω απ' όλα, όπως γνωρίζετε, η οικονομία εξαρτάται από το γενικότερο κλίμα. Όταν η ψυχολογία των καταναλωτών και των επιχειρηματιών είναι τόσο κακή δεν μπορεί να υπάρξει προοπτική ανάπτυξης. Ακόμη και νοικοκυριά που δεν αντιμετωπίζουν οικονομικό πρόβλημα περιορίζουν τις δαπάνες τους επειδή φοβούνται το αύριο. Επιχειρήσεις που δεν έχουν πληγεί από την κρίση τουλάχιστον σε σημαντικό βαθμό αναβάλουν επενδυτικά σχέδια, κάνουν ακόμη και απολύσεις επειδή προετοιμάζονται για τα χειρότερα. Είναι επιτακτική ανάγκη να αλλάξει το κλίμα και για να συμβεί αυτό θα πρέπει πρώτα το ίδιο το κράτος να αποκαταστήσει συνθήκες εμπιστοσύνης στην αγορά.

 

Κυρίες και κύριοι

 

Η έξοδος από την κρίση αποτελεί εθνική υπόθεση. Σε ό, τι μας αφορά έχουμε δηλώσει, και το έχουμε κάνει πράξη, πως θα στηρίξουμε τα όποια μέτρα βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση. Ο ίδιος ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Αντώνης Σαμαράς έχει προτείνει συγκεκριμένα δυσάρεστα μέτρα, πράγμα πρωτοφανές για αρχηγό αντιπολίτευσης. Η κυβέρνηση δεν έχει μόνο την αξιωματική αντιπολίτευση να υποστηρίζει τη λήψη σκληρών αλλά αναγκαίων μέτρων αλλά έχει επίσης για πρώτη φορά τα μέσα ενημέρωσης να πιέζουν προς την ίδια κατεύθυνση. Ενώ εμείς αντιμετωπίσαμε το «όχι σε όλα» του ΠΑΣΟΚ και τη σκληρή, συχνά θα μου επιτρέψετε να πω υπερβολική, κριτική των μέσων ενημέρωσης.

 

Η έξοδος από την κρίση απαιτεί εθνική συνεννόηση, θυσίες και εθνική προσπάθεια και είναι εφικτή, αρκεί να υπάρχει σχέδιο, τόλμη και αποφασιστικότητα.

 

Σας ευχαριστώ.

 


Αρχείο

Ντοκουμέντο

Αποκάλυψη




Γιάννης Παπαθανασίου © 2013