Γιάννης Παπαθανασίου

Φωτογραφίες

logo facebook

Newsletter


Εγγραφείτε στο Newsletter για να ενημερώνεστε για τη δράση μου. 

Εκτός από το «αν», υπάρχει και το «τι» θα υπογράψουμε, Άρθρο στην εφημερίδα «Η Καθημερινή της Κυριακής»

k-logo1Το ερώτημα που κυριάρχησε στον δημόσιο διάλογο τις προηγούμενες ημέρες ήταν αν ο κ. Σαμαράς θα υπέγραφε ή όχι, προκειμένου η χώρα να λάβει την έκτη δόση, ώστε να πληρωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις του Δεκεμβρίου. Οι εταίροι μας φαίνεται ότι αποδέχονται την επιστολή του κ. Σαμαρά, οπότε η εκκρεμότητα βαίνει προς επίλυση. Το γεγονός πάντως ότι απέρριπταν την πρώτη επιστολή προς το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, που είναι πανομοιότυπη με την τωρινή, ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι η απαίτηση για υπογραφή προβλήθηκε κυρίως για λόγους εντυπώσεων και όχι ουσίας.

Είναι όμως αυτό το μείζον ζήτημα; Ασφαλώς όχι. Το μείζον ζήτημα είναι σε ποια πολιτική θα βάλουμε την υπογραφή μας, ώστε να βγει η χώρα από την κρίση χρέους στα επόμενα χρόνια. Διότι η μέχρι σήμερα ασκηθείσα πολιτική, οδήγησε στο να γίνει η Ελλάδα η μόνη χώρα της Ευρωζώνης που θα εξακολουθήσει να γίνεται φτωχότερη, για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά. Αυτό είναι το κρισιμότερο πρόβλημα. Και αφορά τόσο εμάς τους Ελληνες, που καλούμαστε να κάνουμε αιματηρές θυσίες χωρίς αποτέλεσμα, όσο και τους δανειστές μας, οι οποίοι κινδυνεύουν να χάσουν τα χρήματά τους.

Η κυβέρνηση Παπαδήμου ανέλαβε την υποχρέωση να υλοποιήσει τη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και ταυτόχρονα να επικαιροποιήσει το περιεχόμενο της οικονομικής πολιτικής, με την οποία η Ελλάδα θα επιδιώξει την έξοδο από την κρίση χρέους. Και το ερώτημα είναι σαφές: έχει λόγο η κυβέρνηση Παπαδήμου στη διαμόρφωση αυτού του περιεχομένου ή δεσμεύεται από τα όσα έχει συμφωνήσει η προηγούμενη, με επικεφαλής τον κ. Παπανδρέου; Θέλω να ελπίζω ότι έχει. Πολύ περισσότερο ελπίζω ότι θα έχει λόγο ο ελληνικός λαός, όταν θα κληθεί να αποφασίσει για το μέλλον του, μέσω των εκλογών.

Ολοι αναγνωρίζουμε ότι η Ελλάδα πρέπει να πετύχει τους στόχους στους οποίους έχει δεσμευθεί. Οχι γιατί της το επιβάλλουν οι δανειστές, αλλά γιατί το απαιτεί το εθνικό συμφέρον. Ομως, οι πολιτικές με τις οποίες θα επιδιώξουμε την επίτευξη αυτών των στόχων, διαφέρουν ανάλογα με το ποιο κόμμα, ή συνασπισμός κομμάτων, βρίσκεται στην εξουσία. Αυτό το δικαίωμα δεν μπορεί να το αφαιρέσει κανείς, ούτε από τον εκάστοτε πρωθυπουργό ούτε, πολύ περισσότερο, από τους πολίτες, οι οποίοι θα προσέλθουν στις κάλπες. Και μάλιστα, όταν έχει επιβεβαιωθεί στην πράξη η αποτυχία των πολιτικών που εφαρμόστηκαν μέχρι σήμερα.

Πριν λοιπόν συμφωνήσουμε στο περιεχόμενο της οικονομικής πολιτικής, θα πρέπει κάποιος ή κάποιοι να μας απαντήσουν:

Γιατί η Ελλάδα θα γίνει και το 2012 φτωχότερη, για πέμπτο συνεχόμενο έτος; Γιατί τα φορολογικά έσοδα μειώθηκαν, παρότι αυξήθηκαν υπέρμετρα τόσο οι άμεσοι όσο και οι έμμεσοι φόροι; Γιατί σε μια οικονομία που βρίσκεται σε ύφεση, δόθηκε προτεραιότητα στην αύξηση των φόρων αντί στην περικοπή των κρατικών δαπανών; Γιατί, δύο χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, δεν έχει επιτευχθεί καμία πρόοδος όσον αφορά τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, τις διαρθρωτικές αλλαγές, τις αποκρατικοποιήσεις και την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας; Πώς είναι δυνατόν να ανασυγκροτηθεί η Δημόσια Διοίκηση στην Ελλάδα και να παράγει έργο, με οριζόντιες και περικοπές αποδοχών και με μισθούς ανέχειας; Πώς μπορούν οι δανειστές να περιμένουν επιστροφή των χρημάτων τους, όταν εδώ και δύο χρόνια δεν υπάρχει μια ολοκληρωμένη αναπτυξιακή στρατηγική;

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά θα κρίνουν εν πολλοίς και την αποτελεσματικότητα της πολιτικής που θα εφαρμοστεί τα επόμενα χρόνια. Αν ακολουθήσουμε το μείγμα που διαμόρφωσε το ΠΑΣΟΚ, με την ανοχή των εταίρων μας, ο δρόμος θα είναι αδιέξοδος. Αν, αντίθετα, διδαχθούμε από τα μέχρι τώρα λάθη, θα έχουμε σίγουρα περισσότερες πιθανότητες να οδηγηθούμε σε λύσεις. Προοπτικές εξόδου από την κρίση θα υπάρξουν εάν συμφωνήσουμε σε ένα νέο μείγμα πολιτικής, που θα δίνει έμφαση στη δραστική μείωση των δαπανών του Δημοσίου και την ταυτόχρονη ελάφρυνση του ιδιωτικού τομέα στον οποίο προσβλέπουμε για να υπάρξει επιστροφή στην ανάπτυξη. Ενα μείγμα που θα προωθεί άμεσα και πρακτικά μέτρα για τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, για τη δραστική συρρίκνωση του δημοσίου τομέα και την αναμόρφωση της Δημόσιας Διοίκησης, για τις αποκρατικοποιήσεις και την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, αλλά και για την προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών, με στόχο μια πιο ανταγωνιστική οικονομία. Τα μέτρα αυτά, θα πρέπει επιπλέον να συνδυαστούν με κατά το δυνατόν ενίσχυση και όχι συρρίκνωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και με χρηματοδότηση επενδύσεων αποκλειστικά σε διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες.

Μια τέτοια πολιτική σίγουρα δεν θα είναι εύκολη, γιατί θα θίξει συμφέροντα και θα προκαλέσει αντιδράσεις. Ομως, θα παράγει και αποτελέσματα. Θα δώσει ελπίδα ανάκαμψης στη χώρα και οι θυσίες των Ελλήνων δεν θα πάνε χαμένες.

Είναι λοιπόν ευθύνη της νέας κυβέρνησης να συμβάλει στην αναμόρφωση της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζει η χώρα. Ο πρωθυπουργός οφείλει να παρουσιάσει στους Ευρωπαίους εταίρους μας την κατάσταση ως έχει. Οφείλει, με το κύρος που διαθέτει στο εξωτερικό και την υποστήριξη των κομμάτων στο εσωτερικό, να διαπραγματευθεί με αξιοπιστία ένα νέο μείγμα πολιτικής, αντί της διαιώνισης μιας αποτυχημένης συνταγής που καθιστά την Ελλάδα φτωχότερη και αδύναμη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Οφείλει να επιδιώξει αλλαγή πολιτικής για την Ελλάδα. Οχι γιατί το επισημαίνει η Νέα Δημοκρατία, αλλά γιατί το επιβάλλουν η πραγματικότητα και η κοινή λογική.

 

 


 

Αρχείο

Ντοκουμέντο

Αποκάλυψη




Γιάννης Παπαθανασίου © 2013